Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Ποδηλατομνήμες




Τριάντα πέντε χρόνια πριν, απʼ του Βιλιάρδου πήρα,

ένα ποδήλατο ψηλό και έβγαινα στη γύρα.

Είχε διπλό το σκελετό, τη σχάρα του μεγάλη,

καλά-καλά δεν μού ʽφταναν τα πόδια στο πετάλι.

Βεβαίως είχε εγγύηση, μα του ʽλειπε φροντίδα,

και στο Βιλιάρδο πήγαινα, να σφίξει καμμιά βίδα.



Για βόλτα περπατήσαμε, μία βραδιά ωραία,

μέχρι το ΛΟΥΞ το σινεμά, με την τρελοπαρέα.

Την ώρα της επιστροφής, εκάθησα στη σέλα,

κι όλοι μαζί φωνάζανε, πως έχουνε μουργιέλα.

Κι οι τέσσερεις εθέλανε, μαζί μου να τους πάρω,

επάνω στο ποδήλατο, με φόβο να τουμπάρω.



Ο Νίκος ο τραπεζικός, στο σκελετό «τον στρώνει»,

κι ο Σάκης ο διδάσκαλος επάνω στο τιμόνι.

Στη σχάρα πίσω έκατσαν, ο Νίκος που έχει «φύγει»,

κι ο Τάκης πού ʽναι στα ΕΛΤΑ, να φτιάξουνε το ζύγι.

Είκοσι μέτρα κάμαμε, μα μέσʼ απʼ το στενάκι,

να ο Βιλιάρδος φάνηκε, με ένα μηχανάκι.



Εσάστισε, τʼ ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι,

«αν σε βαστάει φέρε το, για φτιάξιμο και πάλι».

Όλοι μαζί θα είμαστε, πάνω από τετρακόσια,

τόσα κιλά πώς τʼ άντεξε και δε γίνηκε «κρόσσια»;

Ένα ψηλό ποδήλατο, μικρός είχʼ αγοράσει,

κι αν τόσα χρόνια πέρασαν, δεν το έχω ξεχάσει.



Δύ-στιχος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου