Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

ΤΟ “ΠΟΔΗΛΑΤΟ” ΣΤΟ … ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Γράφει η Άννα- Σίλια
=====================================


Τον ξαναείδα στην Βενιζέλου , μέσα Φλεβάρη , την ώρα που έβγαινα από το καινούριο καπνοπωλείο όπου είχα μπει ψάχνοντας για παλιά “ΚΙΡΕΤΣΙΛΕΡ” . Είχα να τον δω πάνω από 5 χρόνια … Ψηλός κι ευθυτενής πάντα (δεν θα τον έλεγες … “μάγκα” με την πρώτη … ήταν όμως μεγάλο μαγκάκι) ….. Και … όμορφάντρας … Εντάξει , είχε “γεμίσει” αρκετά , …. ήταν και εκείνα τα σπασμένα μπροστινά του δόντια από παλιά “ξεκαθαρίσματα” (ποτέ δεν παραδέχτηκε το … ξυλοφόρτωμα) , αλλά … ομορφάντρας …. Πενηντάρης … εκεί γύρω … αλλά ομορφάντρας .
Τον γνώρισα με το που πάτησα το πόδι μου σ’ αυτή την πόλη αρχές του ’80 ….. 25άρης τότε , μικροπαντρεμένος , με δυό μικρά και μια ανθούσα επιχείρηση . Συνεργείο αυτοκινήτων … είχα πάει το αυτοκίνητο για σέρβις … Θετική η …χημεία μας , γίναμε φιλαράκια από τότε . Με εκτιμούσε και με εμπιστευόταν πολύ , και μένα μου άρεζε η καλή δουλειά που έκανε στο αυτοκίνητο … Τον … ψιλοχάζευα και λίγο … Κούκλος … και από τους λεφτάδες της εποχής … Τι τα θες όμως … Τα λεφτά και η ματαιοδοξία από την επίγνωση της ομορφιάς του , του γυρίσαν τα μυαλά . Γυναίκες , ξενύχτια , ουίσκυ με τους τόνους … Καυγάδες στο σπίτι , κόντρες με πανάκριβα αυτοκίνητα , κανένας “μπάφος” που και που ….. Αργότερα ήρθαν και τα …”ζόρικα” . Όπλα , διακίνηση “σκληρών”, λαθρεμπόριο χρυσού , και λευκής σάρκας (τι λευκής δηλαδή ;… οι πρώτες γυναίκες που “έφερε” ήταν από τον Άγιο Δομίνικο … σκούρες …) . Η “Νύχτα” , τον πήρε από κάτω , διέλυσε σπίτι , οικογένεια και συνεργείο και μπήκε για τα καλά στα μεγάλα της κόλπα …
Συνεχίσαμε να βλεπόμαστε , που και που , αλλά όλο και πιο αραιά … εκείνος το απέφευγε …”Σε ντρέπομαι ρε γαμώτη μου … είσαι μια Κυρία … Και την ¨βλάχα¨ (την γυναίκα του) και την μάνα μου τις ντρέπομαι , αλλά με σένα , είναι άλλο … παραείσαι κυρία για μένα …” , μου είπε κάποτε , όταν τον περιποιήθηκα στο Νοσοκομείο με σπασμένα δόντια και μια δυό μαχαιριές στα πλευρά … Κάποιες φορές τον έβλεπα , όταν του πήγαινα χαμπέρια από την μάνα του , που τύχαινε και γειτόνισσα και φίλη … και μια φορά που τον … “έσωσα” από το Αυτόφορο … κάνοντας του εικονική εισαγωγή στο Νοσοκομείο τάχα μου , που είχε στηθάγχη … Από τότε και μετά … ψιλοχαθήκαμε , μέχρι που τον συνάντησα στην Βενιζέλου …. Κρύο , … της αρκούδας που λένε … Φορούσε ένα ανοιχτόχρωμο τζην και ένα κατακόκκινο πουλόβερ … Έτρεμε … Μαζί του μια πολύ νεαρή , ψηλή , πανέμορφη κοπέλα …. πάλλευκο δέρμα , μαύρα μαλλιά , μάτια στο μπλε του ουρανού , που όμως για την ώρα , είχε ψιλοσκοτεινιάσει … θα χιόνιζε μάλλον …
- Νικήτα ;….
- Σίλια ;….
Αγκαλιαστήκαμε (που δεν το συνηθίζαμε … αλλά αγκαλιαστήκαμε) και με φίλησε σταυρωτά …. Ακολούθησαν τα γνωστά : “Τί γίνεται βρε ψυχή ;” … “Εεεε, καλά … ξέρεις τώρα” … “Γιατί χαθήκαμε έτσι ;” … “Τι να πεις …”….
…. Ώσπου :
- Για πες ρε Νικήτα … πως περνάς ; … με τί ασχολείσαι τώρα ;
- Άνοιξα “μαγαζί” , στο 11ο χιλιόμετρο έξω από την πόλη … στην παλιά εθνική …ξέρεις … Κωλόμπαρο … Να μην … έρθεις . Δεν είναι για σένα αυτά .
- Τα βγάζεις ;
- Τα … ποιά ;
- Τα έξοδα μωρέ … (Τον κοίταζα επίμονα στο φθαρμένο κόκκινο πουλόβερ) .
- Εεε … μπα … Ξέρεις , μεγάλος ο ανταγωνισμός … Αλλά εντάξει είμαι … Συμπληρώνω με … επιχειρήσεις …. (μου χαμογέλασε πλατιά , με το πιο όμορφο χαμόγελό του) .
- Δηλαδή ;
- Εισαγωγαί – Εξαγωγαί … “ποδηλάτων” …. από τις Δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης …. Χα , χα , χα …
- Ποδηλάτων ; ….
- Ε , … ναι … Από αυτά που “καβαλάνε” οι … “κάπως” …. Οι κάπως μεγάλοι … Οι κάπως λεφτάδες … Έλα μωρέ Σίλια … Που ζεις ;…
Προσπάθησα να … μην χαμηλώσω το βλέμμα δείχνοντας την αμηχανία μου . Το “κάρφωσα” πάνω από τον ώμο του , στην πανέμορφη συνοδό του , που στεκόταν αμίλητη ένα βήμα πίσω του … Το … “έπιασε” αμέσως .
- Ουπςςς … sorry βρε … Να σου συστήσω την Λαρίσσα … Η Λαρίσσα , είναι …. “ποδήλατο” , που έφερα από εκεί πάνω … Spesial Ουκρανικό ποδήλατο … φρέσκα λούστρα , φρέσκες τσιμούχες , … γερό , ανθεκτικό και … πανάλαφρο Ουκρανικό αλουμίνιο 22 καρατίων … Χα , χα … Αλλά , ξέρεις … η Λαρίσσα είναι το δικό μου ποδήλατο … Δεν είναι προς … ενοικίαση …. μόνο για ιδία χρήση … Είναι πολύ καλό κορίτσι , μου στάθηκε πολύ …. Ε , … αν δεν πάνε καλά τα …. οικονομικά , μπορεί και να πάει προς ενοικίαση έτσι για λίγο , για κανέναν δικό μου … “κάπως” …. Ζούμε μαζί εδώ κι ενάμισυ χρόνο …. Νοικιάσαμε εδώ πάνω , απέναντι από το καπνοπωλείο , κι ένα δυάρι στον τρίτο … Δεν σου λέω να ανέβεις γιατί δεν συμμαζέψαμε ακόμα … Άλλη φορά … Λαρίσσα , δώσε το χέρι σου … Η κυρία Σίλια , είναι γιατρός , φίλη από τα παλιά … γειτόνισσα και με την μακαρίτισσα την μάνα μου …
Κράτησα για περισσότερη από το κανονικό , ώρα , το περιποιημένο λευκό της χέρι στο χέρι μου . Το έσφιξα και λίγο παραπάνω …
- Είσαι πολύ όμορφη κοπέλα , Λαρίσσα ( της είπα , χωρίς να κατεβάσω τα μάτια μου από πάνω της).
- здравствуйте ! …. cпасйбо …. (μουρμούρισε , με βαριά ουκρανική προφορά και διασταύρωσε την … σκληρή , ζαφειρένια ματιά της , με την επίμονη δική μου ματιά .
Άποχαιρετιστήκαμε , αμήχανα …. Μπήκαν στην παλιά πολυκατοικία , απέναντι …. Έμεινα καρφωμένη εκεί και καμώθηκα πως χαζεύω την βιτρίνα του καπνοπωλείου . Το κρύο είχε γίνει αφόρητο . ΄Αρχισε και να χιονίζει …. Δεν κούνησα … ρούπι . Έμεινα εκεί , χτυπώντας τα πόδια στις πλάκες του πεζοδρομίου , για να μη παγώσω και με τη ματιά , καρφωμένη απέναντι στο μπαλκόνι του τρίτου … Το χιόνι , άρχισε να πυκνώνει … Θα το έστρωνε σε λίγο … Πήρε και να σκοτεινιάζει ….
Και τότε , την είδα . Βγήκε στο μπαλκόνι και χάζευε το χιόνι , που έπεφτε πια πυκνό . ‘Ενα … “ποδήλατο” στο μπαλκόνι … Ένα πανέμορφο ουκρανικό ποδήλατο , με τα ελαφριά , 22 αλουμινένια καράτια του , χάζευε το χιόνι …. Με είδε …. Μου έγνεψε αόριστα …. και ένα … βαθύ μπλε χαμόγελο , ξεκινώντας από το μπαλκόνι του τρίτου απέναντι , διέγραψε μια μαλακή τροχιά ανάμεσα στις νιφάδες και … ακούμπησε στα μάγουλα μου …. Δεν το είδα από τόσο μακρυά , ήταν αδύνατον …. Πιο πολύ το έννοιωσα … Ήταν ζεστό …. Ο Νικήτας , φάνηκε στο γείσο της γυμνής μπαλκονόπορτας και της έγνεψε να μπει μέσα ….
Δεν σάλεψε …
Έφυγα πρώτη ….

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στην Καλύβα του Πάνου με την ευκαιρία της λογοτεχνικής εβδομάδας

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Ποδηλατομνήμες




Τριάντα πέντε χρόνια πριν, απʼ του Βιλιάρδου πήρα,

ένα ποδήλατο ψηλό και έβγαινα στη γύρα.

Είχε διπλό το σκελετό, τη σχάρα του μεγάλη,

καλά-καλά δεν μού ʽφταναν τα πόδια στο πετάλι.

Βεβαίως είχε εγγύηση, μα του ʽλειπε φροντίδα,

και στο Βιλιάρδο πήγαινα, να σφίξει καμμιά βίδα.



Για βόλτα περπατήσαμε, μία βραδιά ωραία,

μέχρι το ΛΟΥΞ το σινεμά, με την τρελοπαρέα.

Την ώρα της επιστροφής, εκάθησα στη σέλα,

κι όλοι μαζί φωνάζανε, πως έχουνε μουργιέλα.

Κι οι τέσσερεις εθέλανε, μαζί μου να τους πάρω,

επάνω στο ποδήλατο, με φόβο να τουμπάρω.



Ο Νίκος ο τραπεζικός, στο σκελετό «τον στρώνει»,

κι ο Σάκης ο διδάσκαλος επάνω στο τιμόνι.

Στη σχάρα πίσω έκατσαν, ο Νίκος που έχει «φύγει»,

κι ο Τάκης πού ʽναι στα ΕΛΤΑ, να φτιάξουνε το ζύγι.

Είκοσι μέτρα κάμαμε, μα μέσʼ απʼ το στενάκι,

να ο Βιλιάρδος φάνηκε, με ένα μηχανάκι.



Εσάστισε, τʼ ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι,

«αν σε βαστάει φέρε το, για φτιάξιμο και πάλι».

Όλοι μαζί θα είμαστε, πάνω από τετρακόσια,

τόσα κιλά πώς τʼ άντεξε και δε γίνηκε «κρόσσια»;

Ένα ψηλό ποδήλατο, μικρός είχʼ αγοράσει,

κι αν τόσα χρόνια πέρασαν, δεν το έχω ξεχάσει.



Δύ-στιχος